πατήρ

ο, ΝΜΑ, και πατέρας, ΝΜ
1. ο γεννήτορας, ο γονιός, ο γονέας (α. «τού πατέρα σου, όταν έρθεις, δε θα βρεις παρά τον τάφο», Σολωμ.
β. «ἐπῆγεν ὁ πατέρας της εἰς κάποιον ταξίδι», Διγ. Ακρ.
γ. «τοῡδε κεκλῆσθαι πατρός», Σοφ.)
2. φρ. «Πάτερ ημών» — η Κυριακή προσευχή
νεοελλ.
1. προσφώνηση ιερέων («πάτερ Νικόλαε, προσκυνώ»)
2. ειδικά για μοναχούς χρησιμοποιείται ως παράθεση πριν από το όνομά τους σε ονομ. ή κλητ. (α. «ο πατήρ Ιάκωβος» β. «είναι τού πάτερ Ανανία»)
3. προσφώνηση πάτρωνα, αφεντικού («πατέρα, πώς να μην τραγουδήσω;», Κρυστάλλ.)
4. φρ. α) «έγινε πατέρας» — απέκτησε το πρώτο του παιδί
β) «είναι παιδί τού πατέρα του» — έχει τα ίδια προτερήματα ή ελαττώματα με τον πατέρα του
γ) «άκουγε τον πατέρα σου κι ορμήνευε τον γιο σου» — ο γιος πρέπει να υπακούει τον πατέρα του και ο πατέρας να συμβουλεύει τον γιο του
δ) «προς πατρός» — από την πλευρά τού πατέρα («ο προς πατρός θείος»)
ε) «από πατέρα» — συγγενείς από πατέρα
στ) «Πατέρες τής Εκκλησίας» — οι εκκλησιαστικοί άνδρες τών πρώτων μ.Χ. αιώνων που διακρίθηκαν με τον λόγο και τα συγγράμματα, με την επιστημονική και εκκλησιαστική δραστηριότητα και με την αγιότητά τους
ζ) «φιλοσοφία τών Πατέρων» — κλάδος τής φιλοσοφίας που ασχολείται με τις κοσμοθεωρίες που αναπτύχθηκαν από τους Πατέρες τής Ανατολικής και τής Δυτικής Εκκλησίας
η) «Άγιοι Πατέρες» — οι συνοδικοί, οι επίσκοποι που αποτελούν την Ιερά Σύνοδο
θ) «ευλογείτε, Πατέρες Άγιοι» — φράση που λέγεται από τον αναγνώστη στα μοναστήρια πριν από την ανάγνωση τού συναξαρίου
ι) «πατέρες τού έθνους» ή, ειρωνικά, «εθνοπατέρες» — οι αιρετοί εκπρόσωποι τού έθνους, οι βουλευτές
ια) «πατέρας τού έθνους» ή «πατέρας τής φυλής» — εμπνευσμένος, λαοπρόβλητος ηγέτης με μεγάλες υπηρεσίες στο έθνος
ιβ) «Κυριακή τών Αγίων Πατέρων» — η έκτη Κυριακή μετά το Πάσχα και η τρίτη Κυριακή τού Οκτωβρίου, κατά τις οποίες η Εκκλησία τιμά τη μνήμη τών μεγάλων Πατέρων που συγκρότησαν τις οικουμενικές συνόδους
ιγ) «πάτερ φαμίλιας» — τίτλος που αποδίδεται στον αρχηγό τής οικογένειας
νεοελλ.-μσν.
1. ο Θεός, κατά τη χριστιανική αντίληψη («Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῑς «ουρανοῑς», ΚΔ)
2. ο Θεός, όπως αποκαλείται από τον Χριστό («Πάτερ, εἰς χεῑράς σου παραδίδω τὸ πνεῡμα μου», ΚΔ)
3. ο Θεός, σε αντιδιαστολή προς τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα («πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα...»)
4. στον πληθ. οι πατέρες
προσηγορία τών αγίων, καθώς και τών κληρικών
νεοελλ.-αρχ.
1. στον πληθ. οι πρόγονοι, οι προπάτορες («ἐκ πατέρων» — από την εποχή τών προγόνων, ΚΔ)
2. ο δημιουργός, ο εφευρέτης ενός πράγματος, ο εισηγητής, ο πρωτεργάτης (α. «ο πατέρας τής Ιστορίας» — ο Ηρόδοτος
β. «ὁ πατὴρ τῶν φώτων» — ο Θεός
γ. «χρόνος ὁ πάντων πατήρ», Πίνδ.)
αρχ.
1. στον πληθ. oἱ πατέρες
οι δύο γονείς
2. ο γεννήτορας θεών και ανθρώπων, ο υπέρτατος αρχηγός και προστάτης, ο Ζεύς («ὁ τῶν ἁπάντων Ζεὺς πατήρ», Σοφ.)
3. (κατά την Παλ. Διαθήκη) ο γεννήτορας και προστάτης τού γένους τού Ισραήλ («οὗτος πατήρ... ἐποίησέ σε καὶ ἔπλασέ σε», ΠΔ)
4. (κατά την εβραϊκή παράδοση) ο Αβραάμ, ο προπάτορας και γενάρχης τού εβραϊκού λαού («Ἀβραὰμ τὸν πατέρα ἡμῶν», ΚΔ)
5. προσφώνηση σε πρεσβύτη ή αξιοσέβαστο πρόσωπο ή ξένο («ξεῑνε πάτερ, δείξω τοι δρόμον», Ομ. Οδ.)
6. στον πληθ. οι εποικιστές μιας πόλεως, οι οποίοι αποτελούσαν τη μητρόπολή της, οι πρόγονοι μιας αποικίας («οὐ ποιέετε δίκαια ἐπὶ τοὺς πατέρας στρατευόμενοι», Ηρόδ.)
7. τίτλος ενός βαθμού τής ιεραρχίας στα μυστήρια τού Μίθρα
8. το χρηματικό κεφάλαιο, επειδή γεννάει τον τόκο («τοῡ πατρὸς ἐκγόνους τόκους», Πλάτ.)
9. φρ. α) «πατρὸς πατήρ» — ο παππούς, Ομ. Ιλ.
β) «τὰ πρὸς πατρός» — από την πατρική πλευρά, πατρόθεν
γ) «συγγεγραμμένοι πατέρες» — οι πληβείοι τής Ρώμης που στις αρχές τών δημοκρατικών χρόνων έγιναν δεκτοί στη ρωμαϊκή σύγκλητο, αλλιώς εκλεγέντες πατέρες ή, κατά άλλη εκδοχή, γενικά οι συγκλητικοί
δ) «πατήρ πατρίδος» — τιμητικός τίτλος που απένεμαν οι Ρωμαίοι σε διακρινόμενους αρχηγούς τού κράτους
ε) «πατήρ βουλής» — τιμητικός τίτλος τών Ρωμαίων, αρχηγός, καθοδηγητής τής βουλής, τής συγκλήτου
στ) «πατήρ συναγωγής» — τιμητικός τίτλος στους Εβραίους.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. πατήρ, αντίστοιχη τού μήτηρ, ανάγεται στον ΙΕ τ. pәtēr «πατέρας, αρχηγός τής οικογένειας» και απαντά στις περισσότερες ΙΕ γλώσσες (πρβλ. αρχ. ινδ. pitār-, αβεστ. pitar-, λατ. pater, αρχ. ιρλ. athir, αρχ. άνω γερμ. fater, γερμ. Vater, αγγλ. father) καθώς και στη Μυκηναϊκή στον τ. pate. Η λ. πατήρ έχει ιδιαίτερη κοινωνική αξία και δηλώνει τον πατέρα ως αρχηγό τής οικογένειας και εκπρόσωπο τών παλαιότερων γενεών (πρβλ. τη χρήση τού τ. πατέρες με σημ. «πρόγονοι»). Παράλληλα, η λ. έχει και θρησκευτικό περιεχόμενο (πρβλ. τη χρήση της ως προσωνυμίας τού Διός στις φρ. πάτερ Ζεῦ, πατήρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε). Και οι δύο αυτές χρήσεις τής λ. υπάρχουν ήδη και στην ΙΕ. Η λ. πατήρ απαντά ως α' συνθετικό σε αρχαϊκά ανθρωπωνύμια με τη μορφή Πατρο- (πρβλ. Πατρο-κλῆς, Πάτρο-κλος, Πάτρ-ιππος), καθώς και ως β' συνθετικό με τις μορφές -πάτρα (πρβλ. Φιλο-πάτρα = μυκηναϊκό piropatara, Κλεο-πάτρα, Θεο-πάτρα, Νικο-πάτρα) και αργότερα -πατρoς (πρβλ. Ἀντί-πατρος, Κλεινό-πατρος, Κλεό-πατρος). Από τη λ. πατήρ προέρχονται, επίσης, και τα ανθρωπωνύμια Πατρέας, Πατρίσκος, Πάτρων, Πατρώ. Ο νεοελλ. τ. πατέρας έχει σχηματιστεί από την αιτιατική πατέρα τού πατήρ κατά τα αρσ. σε -ας. Τέλος, η λ. απαντά και σε προσηγορικά ως α' συνθετικό με τη μορφή πατρο- και ως β' συνθετικό με τη μορφή -πάτωρ και σπανιότερα -πάτηρ σε υστερογενείς σχηματισμούς.
ΠΑΡ. πατριά, πατρικός, πάτριος, πατριός, πατρότητα(-της)
αρχ.
πάτρα, πατριάζω, πατριαστί, πατρίδιον, πατριστί, πατρόθεν, πατροφιστί, πατρώζω, πάτρως.
ΣΥΝΘ. (Α' Συνθετικό) πατραγαθία, πατροκτασία, πατροκτόνος, πατροπαράδοτος, πατρώνυμος
αρχ.
πατραδέλφεια, πατραδέλφη, πατραλοίας, πάτραρχος, πατρελασία, πατρογένειος, πατρογενής, πατρογενίδης, πατρογέννητος, πατρογέρων, πατροδότωρ, πατροδώρητος, πατροκασίγνητη, πατροκασίγνητος, πατροκελεύστως, πατροκόμος, πατρολάθησις, πατρολέτωρ, πατρολόος, πατρολύμας, πατρομάχος, πατρομήτωρ, πατρομύστης, πατρονόμος, πατροπάτωρ, πατροποίητος, πατροποιούμαι, πατρόπολις, πατρορραίστης, πατροστερής, πατροτυπία, πατροτύπτης, πατροφάγος, πατροφαής, πατροφεγγής, πατροφονεύς, πατροφόνος, πατροφόντης
αρχ.-μσν.
πατράδελφος, πατροδίδακτος, πατροκίνητος, πατροποθήτως
μσν.
πατρακούομαι, πατρεπωνυμία, πατρογεώργητος, πατρόδοτος, πατροείκελος, πατρόθειος, πατρόθεος, πατροθετούμαι, πατρομαχία, πατρομητρόθεν, πατρομητρόμοιος, πατρομιμήτως, πατρομιξία, πατρόμοιος, πατρόπαππος, πατροπαράδοσις, πατροπρεπής, πατροσθενής, πατροτροφώ, πατρόφιλος
νεοελλ.
πατρογονικός, πατροκλινής, πατρολογία, πατρομανώ, πατροτοπικός. (Β' Συνθετικό σε -πάτωρ) απάτωρ, προπάτωρ
αρχ.
αμφιπάτωρ, αυτοπάτωρ, βροντοκεραυνοπάτωρ, επιπάτωρ, ευπάτωρ, θεοπάτωρ, κλωποπάτωρ, κοινοπάτωρ, λιποπάτωρ, μαμμοπάτωρ, μεγιστοπάτωρ, μισοπάτωρ, μονοπάτωρ, ομοπάτωρ, ορφανοπάτωρ, ουσιοπάτωρ, πατροπάτωρ, ταυροπάτωρ, τριπάτωρ, τριτοπάτωρ, φιλοπάτωρ, χρυσοπάτωρ, ψευδοπάτωρ. (Β' συνθετικό σε -πατηρ) αινοπάτηρ, οβριμοπάτηρ, ομοπάτηρ, φιλοπάτηρ].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πατήρ — ο 1) ο Θεός Πατήρ Бог Отец: Λέγει αυτώ ο Ιησούς, εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή, ουδείς έρχεται προς τον πατέρα ει μη δι’ εμού (Ιωάν. 14, 6) Иисус сказал ему: Я есмь путь и истина и жизнь; никто не приходит к Отцу, как только через Меня… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • πατήρ — pitṛs̥u masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πατράσι — πατήρ pitṛs̥u masc dat pl πατήρ pitṛs̥u masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πατράσιν — πατήρ pitṛs̥u masc dat pl πατήρ pitṛs̥u masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πατέρι — πατήρ pitṛs̥u masc dat sg πατήρ pitṛs̥u masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πατέρος — πατήρ pitṛs̥u masc gen sg πατήρ pitṛs̥u masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πατέρων — πατήρ pitṛs̥u masc gen pl πατήρ pitṛs̥u masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πατράς — πατήρ pitṛs̥u masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πατρί — πατήρ pitṛs̥u masc dat sg πατρίς of one s fathers fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πατρός — πατήρ pitṛs̥u masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.